Picture
Ο βασικός σκοπός του πρόσφατου ταξιδιού μου στο Λονδίνο ήταν – νομίζω σας το είχα αναφέρει – να παρακολουθήσω το Decanter New World Fine Wine Encounter, τη μεγάλη έκθεση κρασιών του νέου κόσμου που οργάνωσε το περιοδικό Decanter. Ποτέ δεν έκρυψα το γεγονός ότι μου αρέσουν τα κρασιά του νέου κόσμου, αλλά και ότι παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τις εξελίξεις σε αυτή την πλευρά του οινικού χάρτη, καθώς «τρέχουν» πιο ραγδαία, σε σχέση με την «απέναντι πλευρά».

Νούμερο ένα προτεραιότητά μου κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, βέβαια, ήταν η συνάντησή μου με τον (εικονιζόμενο) Aurelio Montes, ο οποίος και μου παραχώρησε και μία εξαιρετική συνέντευξη που θα διαβάσετε σε κάποιο από τα επόμενα τεύχη του ΟΙΝΟΧΟΟΥ. Είχα κανονίσει τη συνάντηση αυτή απευθείας με τον ίδιο μήνες πριν, και την περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία. Ο Montes, ένας από τους πλέον άξιους και πολυ-βραβευμένους οινοποιούς στον κόσμο, δραστηριοποιείται με μεγάλη επιτυχία στην Αργεντινή, την Καλιφόρνια (και έπεται συνέχεια, απ’ ότι μου είπε), ωστόσο το όνομά του είναι συνυφασμένο με το κρασί της πατρίδας του, της Χιλής, καθώς ήταν ένας από τους πρωτεργάτες της επιτυχημένης διεθνούς πορείας του Χιλιανού κρασιού. Ευγενής, επικοινωνιακός και εξαιρετικός γνώστης, μου μίλησε για την ιστορία του κρασιού στη Χιλή και τα δικά του σχέδια για το μέλλον, ενώ μοιράστηκε μαζί μου μία πολύ ενδιαφέρουσα νεο-κοσμίτικη προσέγγιση στο Ελληνικό κρασί. Λίγο πριν είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε ένα tasting των κορυφαίων κρασιών και των τριών οινοποιείων του, κατά τη διάρκεια του οποίου είδαμε στην πράξη για άλλη μια φορά τη διαφορά που κάνουν στο ίδιο κρασί  παράγοντες όπως το υψόμετρο, η γεωγραφική θέση και γενικότερα το terroir.

Όμως και τα κρασιά που δοκίμασα στην κυρίως έκθεση είχαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς, όταν σταμάτησα στον τομέα των παραγωγών από την Αργεντινή, το μόνο που δεν φανταζόμουν ήταν ότι θα «κολλούσα» στα λευκά της – ποιος θα το έλεγε άλλωστε; Κι όμως, μπορεί να είμαι λάτρης του Αργεντίνικου Malbec – σε συνδυασμό με ζουμερές μπριζόλες στο μπάρμπεκιου τις περισσότερες φορές είναι μονόδρομος – ωστόσο πρέπει να σας πω ότι το ευγενικό και αρωματικό Torrontes με κέρδισε. Πρόκειται για ένα απίστευτα ευχάριστο κρασί που ευωδιάζει αρώματα λουλουδιών και ζαχαρωμένων φρούτων σε μύτη και στόμα. Χαρακτηριστικό του δε γνώρισμα είναι η εκρηκτική του οξύτητα, κάτι που δεν είναι διόλου παράξενο ή αδικαιολόγητο: στην περίπτωση της Αργεντινής και του Torrontes, αμπελοτόπι χαμηλού υψομέτρου σημαίνει καλλιέργεια στα 650 μέτρα, ενώ τα κορυφαία αμπελοτόπια βρίσκονται σε υψόμετρο 2500 αλλά και 3000 μέτρων! Χωρίς να παίρνω όρκο, έχω την εντύπωση ότι έχω δει τουλάχιστον μία ετικέτα Torrontes στην Ελληνική αγορά. Αν την πετύχετε κάπου, δοκιμάστε την ανεπιφύλακτα.

Στη συνέχεια επιδόθηκα σε μία ανελέητη σύγκριτική δοκιμή ανάμεσα σε δύο από τις πλέον ανερχόμενες περιοχές για Pinot Noir στο νέο κόσμο: το Central Otago της Νέας Ζηλανδίας και το Oregon των ΗΠΑ. Και πρέπει να σας πω ότι ανάμεσα στις δύο, κλίνω περισσότερο προς την δεύτερη. Αν και με καθαρά νεοκοσμίτικη προσέγγιση (τσιμπημένο αλκοόλ, γεμάτο, γεμάτο και με αρκετά... γενναιόδωρη παραμονή στο βαρέλι), τα καλά Pinot Noir του Oregon είναι κρασιά που δεν ξεχνιούνται εύκολα, λόγω της πληθωρικής και περίπλοκης προσωπικότητάς τους σε όλα τα επίπεδα. Βέβαια,  μια και μιλάμε για Pinot Noir, πρέπει να σας πω ότι έψαξα αλλά δεν βρήκα στην έκθεση ούτε μία ετικέτα από την Τασμανία, περιοχή που για μένα (και όχι μόνο) ήδη ξεχωρίζει και όσο πάει θα συνεχίσει να εξελίσσεται στη νέα κοιτίδα του καλού νεοκοσμίτικου Pinot Noir. Πάντως, για να κλείσω το κεφάλαιο Pinot Noir, δοκίμασα και την εσοδεία 2007 του εικονιζόμενου Galpin Peak Pinot Noir από το Walker Bay της Ν. Αφρικής, στο stand του κορυφαίου οινοποιείου Bouchard Finlayson. Και το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμα εξαιρετικό: εντυπωσιακή αρωματική πολυπλοκότητα σε μύτη και στόμα και ακόμα πιο δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην κομψότητα και την δύναμη. Δοκιμάστε το στoν «Τηλέμαχο» με πρώτη ευκαιρία και θα με θυμηθείτε!
Η Νέα Ζηλανδία όμως συνεχίζει να ξεχωρίζει για το Sauvignon Blanc της, κάτι στο οποίο συμφωνούν οι φίλοι αλλά και οι πολέμιοι της συγκεκριμένης «σχολής». Εγώ ανήκω στους πρώτους, γι αυτό και «πήρα σβάρνα» τα stands των Νεοζηλανδέζικων οινοποιείων για να δοκιμάσω καλά Sauvignon Blanc. Και έχω να σας πω με χαρά ότι δύο από τα καλά οινοποιεία της χώρας που έχουν αντιπροσώπευση στην Ελληνική αγορά – τα  Jackson Estate και Spy Valley – «κατέβηκαν» με όμορφα, τυπικά δείγματα του Νεοζηλανδέζικου Sauvignon Blanc, που ξεχωρίζει για τα όμορφα «πράσινα» αρώματά του. Το δε Spy Valley – που εισάγεται στην Ελλάδα από την εταιρεία ΟΙΝΟΚΟΣΜΟΣ και «κατοικεί» πρωτίστως στην Κάβα ΚΥΛΙΞ στο Κολωνάκι – λανσάρισε πρόσφατα μία πιο premium ετικέτα που ονομάζεται ENVOY και αφορά σε μία σειρά από ποιοτικές μονοποικιλιακές οινοποιήσεις. Ελπίζω να την δούμε σύντομα και στην Ελληνική αγορά γιατί έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Για τους λάτρεις του Νεοζηλανδέζικου Sauvignon Blanc, πάντως, που ταξιδεύουν ή αγοράζουν από το εξωτερικό, έχω να προτείνω κρασιά από κάμποσα εξαιρετικά οινοποιεία που δεν έχουν αντιπροσώπευση στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους τα: Mud House, Montana, Wither Hills, καθώς και το εξαιρετικό Omaka Springs Estates. Τέλος, πρέπει να σας πω ότι εξίσου με (για να μην πω περισσότερο από) τα Sauvignon Blanc της Νέας Ζηλανδίας με εντυπωσίασαν κάποια απίστευτα Νεο-Ζηλανδέζικα Riesling. Όμορφα αρωματικά, με προσεγμένο αλκοόλ, λίγα παραπάνω αζύμωτα σάκχαρα για να τους δίνουν μία πιο φιλική διάσταση, και πάντα εκρηκτική αξύτητα, είναι κρασιά που μπορούν να στολίσουν όμορφα μία ευχάριστη καλοκαιρινή βραδιά με φρούτα, τυριά και κάποια ελαφριά μεζεδάκια...
Επίλογος της επίσκεψής μου στο φετινό Decanter New World Fine Wine Encounter έγινε μία συγκριτική δοκιμή της ποικιλίας Shiraz ανάμεσα στην Αυστραλέζικη σχολή που την ανέδειξε και την Νοτιοαφρικάνικη που την διεκδικεί πιο όψιμα. Τα οινοποιεία που επέλεξα για να συμμετάσχουν σε αυτή τη «μονομαχία» ήταν τα Mount Langi Ghiran και Katnook Estate στη γωνία της Αυστραλίας, και τα Stellenzicht και Hartenberg σε αυτήν της Νοτίου Αφρικής. Το αποτέλεσμα – για εμένα – ήταν αναμενόμενο. Μιλώντας καθαρά με βάση την προσωπική μου εκτίμηση και τα δικά μου γούστα, η Νότιος Αφρική υπερτερεί κατά κράτος. Τα Αυστραλέζικα Shiraz είναι καλοφτιαγμένα και αξιόλογα από κάθε άποψη, εμένα τουλάχιστον δεν κατάφεραν να με «ξεσηκώσουν». Αντιθέτως τα Νοτιοαφρικάνικα με ταξίδεψαν, μου κέντρισαν τις αισθήσεις, με έκαναν να κρατάω σημειώσεις με πυρετώδη ρυθμό, και να αποζητάω δυνατά κόκκινα κρέατα για να τα ταιριάξω...
Θέλω να κλείσω λέγοντας το εξής: όποιος πιστεύει ότι τα κρασιά του νέου κόσμου είναι απλά, εμπορικά και μονοδιάστατα, ή έχει μείνει στο «πέτρινο» παρελθόν, ή είναι απλά βαθιά νυχτωμένος. Με ολοένα και περισσότερους αξιόλογους οινοποιούς από Ανατολή και Δύση να επενδύουν σε σοβαρές οινικές προσπάθειες  σε νέες, μέχρι τώρα παρθένες περιοχές στο Νότιο Ημισφαίριο, ο νέος κόσμος μας επιφυλάσσει καινούριες και απρόσμενες οινικές εμπειρίες. Επιπλέον, η τιμολογιακή υπεροχή των κρασιών του νέου κόσμου (ακόμα και των πιο premium ανάμεσά τους) σε σχέση με αυτά του παλαιού, σημαίνει ότι η περίφημη διεθνής οικονομική κρίση μάλλον θα τους βγει σε καλό στο εγγύς, αλλά και στο απώτερο μέλλον.
Στην Ελληνική αγορά είμαστε αρκετά τυχεροί, καθώς κυκλοφορούν πολλές και αξιόλογες ετικέτες νεοκοσμίτικου κρασιού. Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα να πειραματιστείτε μαζί τους άφοβα, τόσο για να σχηματίσετε τις δικές σας εντυπώσεις, όσο και  για να απολαύσετε όμορφες οινο-γαστρονομικές στιγμές στο σπίτι ή εκτός.



Leave a Reply.